ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Ένσταση αντισυνταγματικότητας του ΜέΡΑ25 απέναντι στις συνταγματικές εκτροπές της Κυβέρνησης για το Νερό

Πηγή: mera25.gr

Εγγραφή σε newsletter

Εδώ μπορείτε να δώσετε το email σας και να λαμβάνεται ενημερωτικά email από το περιεχόμενο του site.

Ένσταση αντισυνταγματικότητας κατέθεσε το ΜέΡΑ25 επί των άρθρων 119 και 120 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Διατάξεις για την απλοποίηση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, θέσπιση πλαισίου για την ανάπτυξη των Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, την προστασία του περιβάλλοντος και λοιπές διατάξεις».

Διότι παραβιάζουν τα άρθρα 5 παρ. 5, 21 παρ. 3 καθώς και το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος· διότι δεν συμμορφώνονται με τις υπ’ αριθ. 190/2022 και 191/2022 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η ένσταση αντισυνταγματικότητας απορρίφθηκε. Ψήφισαν την ένσταση ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ και ΜΕΡΑ25. Το ΚΚΕ απείχε.
Το ΜΕΡΑ25 ζήτησε από τα κόμματα που έχουν τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών να αιτηθούν ονομαστική ψηφοφορία, αλλά η πρόταση δεν έγινε δεκτή. 

Αναλυτικότερα:

Με τις υπ’ αρ. 190 και 191/2022 αποφάσεις της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μείζονα σύνθεση ακύρωσε τη μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ αντίστοιχα, ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου, στην ΕΕΣΥΠ Α.Ε., το κοινώς λεγόμενο Υπερταμείο.

Η ακύρωση αυτή, υπέρ της οποίας ψήφισαν τα 25 από τα 27 μέλη της Ολομέλειας του ΣτΕ, δεν έγινε για λόγους τυπικούς. Είναι ακύρωση ουσιαστική, ριζική και ανεπίδεκτη θεραπείας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει του χαρακτήρα του νερού ως κοινωνικού αγαθού υψίστης ζωτικής σημασίας, η υδροδότηση της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας από τις ΕΥΔΑΠ / ΕΥΑΘ πρέπει να παρέχεται υπό όρους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας εξ επόψεως ποιότητας, επάρκειας, ασφάλειας, συνέχειας, καθολικότητας και προσιτής τιμής. Για να διασφαλιστεί αυτό, το Σύνταγμα απαιτεί όπως η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ τελούν όχι απλώς υπό την εποπτεία, αλλά υπό τον ουσιαστικό έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός που προϋποθέτει την κατοχή από το Δημόσιο της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου των δύο αυτών κοινωφελών εταιριών. Κατά συνέπεια, συνιστά παράβαση του Συντάγματος η μεταβίβαση του ανωτέρω μετοχικού κεφαλαίου στην ΕΕΣΥΠ διότι η ανώνυμη αυτή εταιρία, σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο, αποτελεί αμιγώς κερδοσκοπικό ιδιωτικό φορέα επιφορτισμένο με την οικονομική εκμετάλλευση της περιουσίας του Δημοσίου. Οι σκοποί της ΕΕΣΥΠ, συνιστάμενοι ειδικότερα στην αξιοποίηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων προκειμένου να αποφέρουν κέρδη προοριζόμενα για την απομείωση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας καθώς και για επενδύσεις της ίδιας της ΕΕΣΥΠ Α.Ε. και του Δημοσίου είναι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, εγγενώς ασύμβατοι προς τον κοινωφελή προορισμό της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ.

Μετά τις δύο αυτές βαρυσήμαντες αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ, μόνος δρόμος για την Κυβέρνηση ήταν να συμμορφωθεί προς αυτές, όπως επιτάσσει το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως η Κυβέρνηση όφειλε ήδη από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (4/2/2022) να συγκαλέσει τη Γενική Συνέλευση των μετόχων προκειμένου να εκλέξει νέο Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, δύο εκπροσώπους της μειοψηφίας και των οριζομένων από την πλειοψηφία (δηλ. το Ελληνικό Δημόσιο) μέλη αυτού. Αντί τούτου και μετά από αδράνεια επτά μηνών, η Κυβέρνηση επανέρχεται με τις ρυθμίσεις των άρθ. 119 και 120 του νομοσχεδίου, οι οποίες πάσχουν διπλή αντισυνταγματικότητα.

Πρώτον, επαναμεταβιβάζει τις μετοχές των ΕΥΔΑΠ / ΕΥΑΘ ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου στο Υπερταμείο, μολονότι τούτο αποκλείστηκε ρητά και κατηγορηματικά από το ΣτΕ. Αποκλείστηκε για λόγους που ανάγονται τόσο στη φύση του νερού ως κοινωνικού αγαθού και της υδροδότησης ως δημόσιας υπηρεσίας όσο και στο χαρακτήρα του Υπερταμείου ως εταιρίας αποκλειστικά κερδοσκοπικής και, επομένως, εξ ορισμού ακατάλληλης να παράσχει την υδροδότηση ως αμιγώς δημόσια υπηρεσία.

Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι το νομοσχέδιο λαμβάνει πρόνοια να αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο επαναμφισβήτησης του κύρους του ενώπιον του ΣτΕ. Όλες οι επίμαχες ρυθμίσεις περιλαμβάνονται στο ίδιο το κείμενο του νομοσχεδίου, ορίζεται δε ρητά ότι δεν απαιτείται επανάληψη των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία ενεργειών και διαδικασιών που προηγούνται ή έπονται της μεταβίβασης των ανωτέρω μετοχών στο Υπερταμείο. Με τον τρόπο αυτό παρακάμπτεται η έκδοση διοικητικών πράξεων που θα μπορούσαν να προσβληθούν ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο άλλωστε έχει ήδη πράξει το καθήκον του και αποφανθεί υπέρ της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης μεταβίβασης.
Με κάποιες αόριστες και αντιφατικές ρυθμίσεις, το νομοσχέδιο επιχειρεί στο άρθρο 119 να καθησυχάσει τη Βουλή ότι δήθεν εξασφαλίζει κάποιο βαθμό ελέγχου των ΕΥΔΑΠ / ΕΥΑΘ από το Δημόσιο. Αλλά οι ρυθμίσεις αυτές δεν παραπλανούν κανέναν. Το Διοικητικό Δίκαιο γνωρίζει νόμους, διοικητικές πράξεις και όργανα με συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Οι «δεσμευτικές έγγραφες οδηγίες και συστάσεις» προδήλως δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα ούτε φυσικά αλλάζουν τον σκοπό και προορισμό του Υπερταμείου, ο οποίος μάλιστα επαναλαμβάνεται ρητά με την αναφορά στο άρθρο 197 παρ. 4 του Ν. 4389/2016.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν διακυβεύεται μόνο η υδροδότηση της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Διακυβεύεται κάτι πολύ μεγαλύτερο και σημαντικότερο. Δεν είναι δυστυχώς η πρώτη φορά που μία κυβέρνηση επιχειρεί να καταστρατηγήσει και να παρακάμψει μια απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Είναι όμως η πρώτη φορά που διακηρύσσει έμπρακτα και απερίφραστα ότι την περιφρονεί και τη θεωρεί ως μηδέποτε εκδοθείσα. Αυτό συνιστά όχι απλώς κίνδυνο για το Κράτος Δικαίου, τη διάκριση των εξουσιών και εν τέλει το ίδιο το πολίτευμα. Συνιστά κατάφωρη και δεδηλωμένη παραβίασή τους. Η Βουλή δεν μπορεί ούτε να ευλογήσει ούτε να ανεχτεί μια τέτοια εκτροπή. Το ρήγμα στη συνταγματική τάξη, αν επιτρέψουμε να επέλθει, είναι ανεπανόρθωτο. Για το λόγο αυτό καλούμε όλους τους βουλευτές, ανεξαρτήτως κόμματος, να αρθούν στο ύψος των ευθυνών τους και να συνυπογράψουν την παρούσα ένσταση αντισυνταγματικότητας.

Στην ίδια κατηγορία